Ernst Jünger – Στις Μαρμάρινες Βραχοπλαγιές

Όλοι γνωρίζετε την άγρια μελαγχολία που μας κυριεύει, όταν ενθυμούμαστε καιρούς ευτυχίας. Πόσο αδύνατο είναι, αλήθεια, να τους φέρουμε πάλι πίσω, και είμαστε χωρισμένοι απ’ αυτούς πιο άσπλαχνα απ’ όσο χωρίζει η πιό μεγάλη απόσταση. Και με λάμψη που δεν έφθειρε ο χρόνος, προβάλλουν μαγευτικές οι εικόνες. Τις φέρνουμε πάλι στο μυαλό μας όπως το σώμα μιας νεκρής αγαπημένης που αναπαύεται βαθειά μέσα στη γή και εμφανίζεται σε μάς όπως στους αντικατοπτρισμούς της ερήμου, με μια υψηλότερη και πνευματικότερη λαμπρότητα. Κι όλο ψηλαφούμε πάλι μέσα στα διψασμένα όνειρά μας τα περασμένα, με κάθε λεπτομέρεια και σε κάθε πτυχή τους. Μας φαίνεται σαν να μην είχαμε τότε γεμίσει με κρασί μέχρι τα χείλη το ποτήρι της ζωής και της αγάπης. ωστόσο καμιά μεταμέλειά μας δεν φέρνει πίσω αυτό που παραμελήσαμε. Ώ, να μπορούσε να ήταν αυτή η αίσθηση ένα μάθημα, να το σκεφτόμαστε σε κάθε στιγμή ευτυχίας!

Και ακόμη πιο γλυκειά γίνεται η ανάμνηση εκείνων των χρόνων μας της σελήνης και του ήλιου, όταν αυτό που τους σταμάτησε είναι αιφνίδιος τρόμος. Τότε μόνον καταλαβαίνουμε, τι μεγάλη τύχη δίνεται σε μάς τους ανθρώπους, ακόμη και αν απλά ζούμε αποσυρμένοι στις μικρές μας παρέες, κάτω από ειρηνική στέγη, με ευχάριστες κουβέντες και με λόγια γεμάτα αγάπη, πρωί και βράδυ. Αχ, πάντα αναγνωρίζουμε πολύ αργά, ότι με αυτά και μόνον, το κέρας της αφθονίας ήταν απλόχερα ανοιχτό για χάρη μας.

Έτσι θυμάμαι κι εγώ τον καιρό που ζούσαμε στην Μεγάλη Μαρίνα – μόνον η ανάμνηση βγάζει στο φως το θαύμα του. Βέβαια εκείνον τον καιρό, κάποιες σκοτούρες και ανησυχίες μας φαίνονταν σαν να σκοτείνιαζαν τις μέρες μας, και προπάντων είχαμε τον νου μας στον Αρχιδασονόμο. Ζούσαμε λοιπόν σε συνθήκες κάπως τραχιές και με τρόπο λιτό, αν και καμιά ανάγκη δεν μας καταπίεζε. Ωστόσο δύο φορές το χρόνο ξεφαντώναμε, του δίναμε και καταλάβαινε . μια φορά την άνοιξη και μια φορά το φθινόπωρο.

Το φθινόπωρο τα πίναμε σαν σοφοί και τιμούσαμε τα υπέροχα κρασιά που βγαίνουν στις πλαγιές της Μεγάλης Μαρίνα, τις προσανατολισμένες προς το Νότο. Όταν στους κήπους, ανάμεσα στα κόκκινα φύλλα και στα μαύρα τσαμπιά των σταφυλιών, ακούγαμε τις φωνές των αμπελουργών που έκαναν χωρατά μεταξύ τους, όταν στις μικρές πόλεις και στα χωριά άρχιζαν να τρίζουν τα πατητήρια και η μυρωδιά του φρέσκου μούστου άπλωνε τα αναβράζοντα πέπλα της πάνω από τα υποστατικά, ανηφορίζαμε προς τους οικοδεσπότες, τους βαρελάδες και τους αμπελουργούς, και πίναμε μαζί τους από τη φουσκωτή στάμνα Εκεί συναντούσαμε πάντοτε χαρωπούς συντρόφους, μιας και η χώρα είναι πλούσια και όμορφη, κι έτσι επικρατούσε ανέμελη σχόλη, με τα πνευματώδη λόγια και τα πειράγματα να δίνουν και να παίρνουν.

Έτσι συμμετείχαμε τ’ απογεύματα στο χαρούμενο συμπόσιο. Αυτές τις βδομάδες, μασκοφορεμένοι αμπελοφύλακες περιφέρονταν από το χάραμα μέχρι τη νύχτα γύρω από τους κήπους με ροκάνες και με τουφέκια, κρατώντας σε απόσταση τα λαίμαργα πουλιά. Επέστρεφαν αργά με αρμαθιές από ορτύκια, πιτσιλωτές τσίχλες και συκοφάγους, και σύντομα η λεία τους προσφέρονταν στο τραπέζι, απλωμένη πάνω σε κληματόφυλλα, μέσα σε μεγάλες γαβάθες. Συνοδεύαμε επίσης ταιριαστά το νέο κρασί με ψημένα κάστανα και με φρέσκα καρύδια, και προπάντων με τα υπέροχα μανιτάρια, που τα’ ψαχναν με σκυλιά μέσα στο δάσος: Την λευκή Τρούφα, τη νόστιμη Μορχέλλα και τον κοκκινωπό Καστανομανίτη.

Για όσον καιρό το κρασί ήταν ακόμη γλυκό και είχε το χρώμα του μελιού, καθόμασταν όλοι μαζί στο τραπέζι, συζητώντας ήρεμα, συχνά έχοντας το χέρι μας πάνω στον ώμο του διπλανού μας. Μόλις όμως άρχιζε να ωριμάζει και να διώχνει τα γαιώδη συστατικά του, ξυπνούσαν κι έπαιρναν δύναμη τα πνεύματα της ζωής. Συνέβαιναν τότε λαμπρές μονομαχίες, όπου αποφάσιζε για τον νικητή το όπλο του γέλιου και λάμβαναν μέρος μονομάχοι που ξεχώριζαν για την ανάλαφρη, ελεύθερη έκφραση της σκέψης τους, χάρισμα που αποκτά κανείς μόνον με μια μακριά και ήσυχη ζωή.

Όμως ακόμη περισσότερο από αυτές τις ώρες, που περνούσαν γρήγορα μέσα σε κέφι που πετούσε σπίθες, εκτιμούσαμε την σιωπηλή επιστροφή μας στο σπίτι, περνώντας ανάμεσα από κήπους και αγρούς, βαθειά μέσα στο μεθύσι, ενώ ήδη έπεφτε στα πολύχρωμα φύλλα των φυτών η πρωινή δροσιά. Μόλις περνούσαμε την κεντρική πύλη της μικρής πολιτείας, βλέπαμε στα δεξιά μας την αμμουδιά της παραλίας να λάμπει, ενώ αριστερά μας υψώνονταν στο φως του φεγγαριού οι Μαρμάρινες Βραχοπλαγιές. Ανάμεσα απλώνονταν οι λόφοι με τ’ αμπέλια και στις πλαγιές τους χάνονταν το μονοπάτι.

Μ’ αυτόν τον δρόμο συνδέονται μέσα στο μυαλό μας αναμνήσεις από κάποιο αστραφτερό, γεμάτο έκπληξη ξύπνημα, που μας γέμιζε με φόβο αλλά και με ευθυμία ταυτόχρονα. Ήταν σαν να αναδυόμασταν από τον βυθό της ζωής στην επιφάνειά της. Ακριβώς όπως ένας χτύπος διακόπτει τον ύπνο μας, μια εικόνα εισέβαλλε μέσα στη σκοτεινιά της μέθης μας – ίσως το κέρατο του τράγου που συνηθίζουν εκεί να στήνουν οι γεωργοί σε ψηλά παλούκια μπηγμένα στο χώμα του κήπου τους, ίσως ο μπούφος με τα κίτρινα μάτια που καθόταν στην κορυφή της στέγης ενός αχυρώνα, ή ένας μετεωρίτης που διέσχιζε τον ουράνιο θόλο σπινθηροβολώντας. Αλλά κάθε φορά μέναμε ακίνητοι σαν πετρωμένοι και μια ξαφνική ανατριχίλα έφτανε ώς βαθειά μέσα μας. Μετά μας φαίνονταν σα να μας είχε χαρισθεί μια νέα αίσθηση για να βλέπουμε τον κόσμο. Κοιτάζαμε σα να είχαμε μάτια που τους έχει δοθεί η δύναμη να βλέπουν τον χρυσό και τους κρυστάλλους,σαν λαμπερές φλέβες βαθειά κάτω από τη γυάλινη επιφάνεια της γης. Και μετά, πριν χτυπήσουν οι καμπάνες της μοναστηριακής εκκλησίας και πριν αλέτρι σπάσει σβώλο γης, συνέβαινε και πλησίαζαν, γκρίζα, σαν σκιές, τα επουράνια πνεύματα της χώρας, εγκατεστημένα εδώ από πολύ καιρό. Μας πλησίαζαν διστακτικά, με χοντροκομμένα ξύλινα πρόσωπα, και οι μορφασμοί τους ήταν σε δυσεξήγητη συμφωνία εύθυμοι και φοβεροί συνάμα. Και τα αντικρίζαμε, ταυτόχρονα με τρόμο αλλά και με βαθειά συγκίνηση ως μέσα στην καρδιά, εκεί στη γή των αμπελώνων. Πότε-πότε μας φαίνονταν σα να ήθελαν να μιλήσουν, ωστόσο σύντομα εξαφανίζονταν σαν καπνός.

Σιωπηλοί παίρναμε μετά επιστρέφοντας τον σύντομο δρόμο για το Μοναστήρι του Απήγανου. Όταν το φώς στη βιβλιοθήκη ήταν αναμμένο, αλληλοκυτταζόμασταν, κι αντίκριζα τη δυνατή, ακτινοβόλο λάμψη στο πρόσωπο του αδελφού Ότο. Σ’ αυτόν τον καθρέφτη αναγνώριζα ότι η συνάντηση δεν ήταν ψευδαίσθηση. Χωρίς να πούμε λέξη, δίναμε τα χέρια και ανέβαινα στο Herbarium. Ακόμη και μετά, ποτέ δεν συζητούσαμε γι αυτό οι δυό μας.

Εκεί επάνω, καθόμουν για πολλή ώρα στο ανοιχτό παράθυρο σε πολύ εύθυμη διάθεση και αισθανόμουν μέσα στην καρδιά μου πώς η ύλη της ζωής συστρέφονταν στο αδράχτι σε χρυσές κλωστές. Μετά ανέβαινε ο ήλιος πάνω από την Alta Plana και φωτίζονταν με λαμπρό φώς οι εκτάσεις μέχρι τα σύνορα της Βουργουνδίας. Οι άγριοι γκρεμοί και οι παγετώνες έφεγγαν με λευκό και κόκκινο χρώμα, και τρέμοντας καθρεφτίζονταν οι ψηλές ακτές πάνω στον πράσινο καθρέφτη της Μαρίνα.

Πάνω στο μυτερό αέτωμα ξεκινούσαν τώρα την μέρα τους οι σπιτικοί Καρβουνιάρηδες και τάϊζαν τη δεύτερη γενιά νεοσσών, ενώ αυτοί τσίριζαν πεινασμένοι με ήχους που θύμιζαν ακόνισμα μικρών μαχαιριών. Από τους καλαμιώνες της λίμνης έβγαιναν σε σειρές οι πάπιες, και στους κήπους οι Σπίνοι και οι Καρδερίνες τσιμπούσαν από τα κλήματα τις τελευταίες ρώγες. Μετά άκουγα την πόρτα της βιβλιοθήκης ν’ ανοίγει και ο αδελφός Ότο έβγαινε στον κήπο για να κοιτάξει τους κρίνους.

vignetteΤο απόσπασμα είναι το πρώτο απο τα 30 κεφάλαια του μικρού μυθιστορήματος του Ernst Jünger «Auf der Marmorklippen” (Στις Μαρμάρινες Βραχοπλαγιές), σε ανέκδοτη μετάφραση απο την Γερμανική γλώσσα του Γιώργου Β. Ριτζούλη.

To έργοΔιαδραματίζεται στο ονειρικό Νοτιοευρωπαϊκό τοπίο της Marina, χώρας με δάση και παραθαλάσσιας. Μετά από πολλά χρόνια πολέμου, ο αφηγητής και ο αδελφός του Ότο αποσύρονται στον τόπο αυτό για να αφιερωθούν στον στοχασμό και στην βοτανολογία. Αλλά ο ειρηνόφιλος πληθυσμός και ο παραδοσιακός πολιτισμός του απειλείται από τις ένοπλες συμμορίες ενός τυράννου, του «Αρχιδασονόμου». Τα δύο αδέλφια αγωνίζονται στο πλάι του λαού και στην αποφασιστική μάχη οι ορδές του εχθρού καταστρέφονται. Αλλά μαζί τους αφανίζονται μέσα στις φλόγες και οι κατοικημένοι τόποι της Μαρίνα: «Όμως μέσα στη λάμψη υπήρχε και χαρά».

Ο Ernst Jünger έγραψε το μυθιστόρημα αυτό, που περιέχει πολλές αυτοβιογραφικές αναφορές, λίγους μήνες πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Το βιβλίο δεν απαγορεύτηκε στο Τρίτο Ράιχ, αλλά έγινε αντικείμενο πολύ σκληρής κριτικής. Για πολλούς συγχρόνους ήταν μια συμβολική εικόνα της εθνικοσοσιαλιστικής εξουσίας του τρόμου, «μια ακτίνα φωτός μέσα στη φυλακή».

«Λίγα βιβλία καταφέρνουν, να συνδυάσουν την φωτοσκίαση της ομορφιάς και του τρόμου, την εναλλαγή του στοχασμού και της δράσης, την ανάμειξη της σκέψης και της εικόνας, σε τόσο κρυστάλλινα καθαρή και τόσο λαμπρά συμπυκνωμένη έντεχνη γλώσσα. Οι «Μαρμάρινες Βραχοπλαγιές» είναι το μεγαλύτερο συγγραφικό επίτευγμα του Ernst Jünger, το πιό άρτιο παράδειγμα της δικής του αισθητικής του θαυμαστού και αλλόκοτου, στην οποία ο ετοιμοθάνατος κόσμος αποκτά και πάλι χρώμα και λάμψη». Από το επίμετρο του Heimo Schlink στο μυθιστόρημα, εκδ. Ullstein, 2003.

Ένας κλασσικός του Εικοστού Αιώνα; Ίσως. Και σχεδόν με μαθηματική έννοια. Στις Μαρμάρινες Βραχοπλαγιές υπάρχει ένα θεώρημα περί ορίων. Ορίζει ακριβώς την ασυμβατότητα μεταξύ ενός ορισμένου προτύπου αφηρημένου ανθρωπισμού ή υψηλού πολιτισμού και της πραγματικότητας του μοντέρνου τρόμου. Στην τελετουργική του ηρεμία, στην ειλικρινή πρότασή του ότι η αποχώρηση στην αρχαϊκή ουτοπία (στο βασίλειο της ιδιωτικής ζωής και της αισθητικής καλλιέργειας) βρίσκεται η μόνη διέξοδος, ο θρύλος του Jünger ενσαρκώνει μια τραγική αποτυχία θάρρους και ψυχραιμίας […]

Η ανικανότητα για συναισθηματισμό, εξαιτίας του φόβου για το φαύλο και το τετριμμένο, δείχνει ίσως το παραλυτικό δίλημμα κάθε κλασικού, άρα και ελιτίστικου πολιτισμού. Οι Μαρμάρινες Βραχοπλαγιές έχουν σημασία ως δήλωση αυτού το διλήμματος. Η νυχτωδιακή λέξη που ο ίδιος ο Jünger χρησιμοποιεί γι’ αυτήν την κατάσταση είναι «tristia» (θλιβερά, πένθιμα πράγματα). Μέσω αυτής πνέουν οι πιο ψυχροί άνεμοι που έρχονται από την Limbo. Αφού του άρπαξαν και έστειλαν στο θάνατο το μοναδικό παιδί του, αφού είδε την Γερμανία να καταρρέει σε τρομακτική εξαθλίωση, ο Ernst Jünger παρευρίσκεται σε μια τελευταία, γεμάτη παραλογισμό συνάντηση των τοπικών Ναζί αξιωματούχων. Παρακολουθεί τους κακούργους του Χίτλερ πώς ραδιουργούν για την τελευταία πράξη του δολοφονικού τους έργου ή πώς ετοιμάζονται να συγκαλύψουν όπως – όπως τις πράξεις τους. Ωστόσο, καμιά κραυγή δεν του ξεφεύγει, καμιά έκρηξη οργής. Γράφει στο ημερολόγιό του: «Μου λείπει η ικανότητα να μισώ».  Υπήρξαν πάρα πολλές στιγμές στους άγριους καιρούς μας, που η απουσία του μίσους ταυτίζονταν με την απουσία  της αγάπης”.   Από την εισαγωγή του George Steiner στην Αγγλική έκδοση του έργου, Penguin Modern Classic 1970.

Ο συγγραφέας: Ο Ernst Jünger γεννήθηκε το 1895 στην Χαϊδελβέργη και πέθανε το 1998 στο Riedlingen της Βυρτεμβέργης.

Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο κατατάχθηκε ως νεαρός εθελοντής αξιωματικός, τραυματίσθηκε και παρασημοφορήθηκε. Από την εμπειρία αυτή προήλθαν τα πολεμικά του λογοτεχνικά ημερολόγια, ενώ μετά, στην αρχή του Μεσοπολέμου, ήταν από τους βασικούς συγγραφικούς εκπροσώπους της “εθνικο-επαναστατικής”, δηλαδή εθνικιστικής δεξιάς. Ωστόσο, μετά την συμπλήρωση του δοκιμίου του «Ο εργάτης», με θέμα την κυριαρχία του τεχνικού πολιτισμού, και λίγο πριν ανέλθουν στην εξουσία οι Ναζί, διέκοψε κάθε δραστηριότητα με πολιτικό περιεχόμενο. Στη συνέχεια σπούδασε φιλοσοφία και βιολογικές επιστήμες στη Λειψία και στην Νεάπολη της Ιταλίας. Σε μια επιστολή το 1934 προς τον αδελφό του Friedrich Georg Jünger (που επίσης ασχολήθηκε με την δοκιμιογραφία, την ποίηση και τις βιολογικές επιστήμες), μιλά για τη «μή συμμετοχή στο ποταπό» («Nichtbeteiligung am Niedrigen«), δηλαδή για την άρνηση να ενταχθεί στους εθνικοσοσιαλιστές, οι οποίοι πίστευαν ότι θα εύρισκαν στον θρυλικό πολεμιστή του Πρώτου Πολέμου έναν φυσικό σύμμαχο. Συνέπεια ήταν η αμοιβαία εχθρότητα. Αν και το 1933 οι Ναζί του πρότειναν μια έδρα στη Βουλή και θέση στην Ακαδημία (απέρριψε και τις δύο προτάσεις), σύντομα η Gestapo εισέβαλε στο σπίτι του για έρευνα, λόγω των επαφών του Jünger με κομμουνιστές. Στη συνέχεια αποσύρθηκε με την οικογένειά του στο Überlingen, κοντά στη λίμνη της Κονστάντς, στα Ελβετικά σύνορα (τόπος που θυμίζει την Μαρίνα του έργου).

Στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο επιστρατεύθηκε με το βαθμό του λοχαγού και για το μεγαλύτερο μέρος της διάρκειάς του βρέθηκε ως διοικητικός στο κατεχόμενο Παρίσι. Εκεί ανέπτυξε σχέσεις με κύκλους της Αντίστασης μέσα στην Wehrmacht, αλλά και με την Γαλλική συγγραφική και καλλιτεχνική πρωτοπορεία, μεταξύ των άλλων με τους Πάμπλο Πικάσσο, Ζάν Κοκτώ, Ζώρζ Μπράκ και Πώλ Ελυάρ. Στην περίοδο αυτή έκανε χρήση ναρκωτικών και παραισθητικών ουσιών (“για πειραματισμό” έλεγε ο ίδιος) και πιθανώς εθίστηκε. Το 1944, μετά την αποτυχημένη απόπειρα της 20ής Ιουλίου κατά του Χίτλερ, απολύθηκε από την Wehrmacht. Ο γιος του Έρνστ εκδιώχθηκε από την Ναυτική Ακαδημία για τιμωρία, εγκλείσθηκε με δικαστική απόφαση σε αναμορφωτήριο και στάλθηκε σε «μονάδα θανάτου» στο μέτωπο της Ιταλίας, όπου σκοτώθηκε στην Καρράρα.

Μετά το 1950 αποσύρθηκε στο Wilflingen, όπου κατοίκησε μέχρι τον θάνατό του σε σπίτι που ανήκε στην οικογένεια του εκτελεσμένου αρχισυνωμότη της 20ής Ιουλίου, και παρ’ ολίγον τυραννοκτόνου, Κλάους φον Στάουφφενμπεργκ. Εκεί τον επισκέφθηκαν στις 20 Ιουλίου 1993, ανήμερα της επετείου, ο τότε Γάλλος Πρόεδρος Φρανσουά Μιττερράν μαζί με τον Γερμανό καγκελλάριο Χέλμουτ Κόλ.

Στο έργο του, που περιλαμβάνει μυθιστορήματα, δοκίμια και ημερολόγια, ο Ernst Jünger ασχολείται με τις ιστορικές δυνάμεις του αιώνα του. Σ’ έναν κόσμο πέρα για πέρα κυριαρχημένο από τον τεχνικό ορθολογισμό, επιχειρεί να αντιπαραβάλει μιαν αισθητική στάση, στην οποία το άτομο μπορεί να αποτραβηχτεί. Ο Ernst Jünger, ένας από τους πιο γνωστούς και πιο αμφιλεγόμενους Γερμανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, τιμήθηκε με πολλά βραβεία στην Γερμανία και στην Γαλλία, μεταξύ των οποίων με το Γαλλικό Βραβείο Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και με το Βραβείο Γκαίτε που απονέμει η πόλη της Φρανκφούρτης επί του Μάϊν.

Obituary: Ernst Jünger, του James Kirkup (The Independent, 18 Φεβρουαρίου 1998)

    

 

 

Advertisements
This entry was posted in Καταστροφή, Κλασικοί, Νεοτερικότητα, Φύση/πολιτισμός and tagged . Bookmark the permalink.

2 Responses to Ernst Jünger – Στις Μαρμάρινες Βραχοπλαγιές

  1. Έχεις σκεφτεί ποτέ να μεταφράσεις το «Besuch auf Godenholm»; Νομίζω ότι αυτό είναι το βιβλίο του Jünger που δεν θα έπρεπε να λείπει από τα ελληνικά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s