Αντρέϊ Ρουμπλιόφ: Αγιογράφος του Μεσαίωνα ή Βόρειος Αναγεννησιακός;

Στον Σολάρις του Στάνισλαβ Λέμ όπως τον κινηματογράφησε ο Αντρέϊ Ταρκόφσκι, ο αστροναύτης Κρίς Κέλβιν έχει μιάν εικόνα στον προσωπικό του θάλαμo μέσα στον διαστημικό σταθμό, ένα αντίγραφο αγιογραφίας. Ένα αντίγραφο της διάσημης Αγίας Τριάδας του 1425, που ζωγράφισε για την εκκλησία του Ζαγκόρσκ ο Αντρέϊ Ρουμπλιόφ (1370 – 1430), ο κατά τον Γιάννη Κουνέλλη «θρυλικός Ρώσος ζωγράφος»i.

Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν θεωρούσε μιάν άλλη ταινία του Ταρκόφσκι, τον «Ρουμπλιόφ», ως την καλύτερη ταινία που γυρίστηκε από καταβολής κινηματογράφου. Τι είναι αυτό που συνδέει τους δύο Ρώσους, τον μεσαιωνικό αγιογράφο και τον κινηματογραφιστή στο τέλος του Εικοστού Αιώνα;

Ο Ρουμπλιόφ ήταν σύγχρονος με τους καλλιτέχνες της Δυτικής Ευρώπης που έζησαν στο μεταίχμιο μεταξύ Γοτθικού Μεσαίωνα και Αναγέννησης: Έζησε ταυτόχρονα με πρώιμους Ιταλούς Αναγεννησιακούςii όπως οι Τζάκοπο Ντέλλα Κουέρτσια (Jacobo della Quercia), ο Μασάτσιο (Masaccio), ο Ντονατέλλο, ο Μπρουνελλέσκι, ο Πάολο Ουτσέλλο (Paolo Uccello) και ο Φρά Αντζέλικο. Ήταν σύγχρονος με τους πρώτους Γερμανόφωνους δασκάλους του Άνω Ρήνου- επιφανείς κληρονόμοι τους μερικές δεκαετίες αργότερα ήταν ο Σονγκάουερ (Schongauer), ο Ματίας Γκρύνεβαλντ (Matthias Grünewald), οι Χόλμπάιν (Holbein) και ο Ντύρερ (Albrecht Dürer). Σύγχρονος επίσης ήταν με τους τρείς αδελφούς Λίμπουργκ (Paul, Jean και Herman Limburg) και με τον πρωτο-Φλαμανδό Γιάν βαν Έυκ (Jan van Eyck), τον επιλεγόμενο και «Ιταλό από την Μπρύζ».iii Ο Τζιόττο είχε πεθάνει λίγο πρίν ή λίγο μετά τη γέννηση του Αντρέϊ.

Για τη Ρωσία το πλαίσιο της εποχής διαφέρει πολύ από της Ιταλίας, του Ρήνου ή της Φλάνδρας. Ο όψιμος Μεσαίωνας στον Βορρά ήταν η τελική περίοδος των Μεταναστεύσεων των Λαών, πριν προκύψουν οι σταθερές εδαφικές επικράτειες. Στη Δυτική Ευρώπη οι Μεταναστεύσεις είχαν ολοκληρωθεί μερικούς αιώνες πριν. Και στη Ρωσία βέβαια, οι Σκανδιναυοί Βίκιγκς – οι Ρώς, οι Βάραγγοι των Βυζαντινών, που πέρασαν από τις μεγάλες λίμνες του Βορρά και κατέβηκαν από τα μεγάλα ποτάμια των πεδιάδων μέχρι τον Εύξεινο Πόντο, είχαν γίνει εδώ και δυο – τρεις αιώνες αδιαχώριστο κράμα με τους πολυπληθέστερους Σλάβους που ζούσαν ήδη εκεί. Πήραν τη γλώσσα και τον πολιτισμό από τους Σλάβους, αλλά έδωσαν το δικό τους όνομα, Ρώς, στην κοινή τους χώρα. Ο λαός που έφτιαξαν μαζί, είχε δεχθεί εδώ και καιρό τον Χριστιανισμό από το Βυζάντιο, με την Ανατολική του μορφή. Ωστόσο η αρχαία θρησκεία των θεών της φύσης επιβίωνε ακόμη και τότε σε κάποιες απομονωμένες αγροτικές νησίδες και σε μικρές φυλές αλλόγλωσες, Βαλτικές, Ουραλικές και Φιννοουγρικές, συνήθως κυνηγημένη και κρυφή.

Όμως τα χρόνια του Ρουμπλιόφ ήταν εποχή ενός αδυσώπητου αγώνα με τους Μογγόλους και Τατάρους, η κορύφωση του μακροχρόνιου Ευρασιατικού δράματος της Ρωσίας. Το ζήτημα αυτό, αν τελικά η Ρωσία θα έμενε μέρος του Ευρωπαϊκού ή του Ασιατικού κόσμου, αν στα θεμελιώδη ο πολιτισμός της θα διάλεγε τον δρόμο της «Δύσης» ή της «Ανατολής», έμελλε να λυθεί τελειωτικά μόνον 250 χρόνια αργότερα, στην εποχή του Τσάρου Μεγάλου Πέτρου. Ακόμη και τότε η λύση συνάντησε ισχυρό αντίλογο. Ωστόσο επικυρώθηκε από τους αιώνες νεοτερικού πολιτισμού που ακολούθησαν, με ονόματα όπως Πούσκιν, Λέρμοντοφ, Μεντελέγιεφ, Λομπατσέφσκι, Τουργκένιεφ, Γκόγκολ, Ντοστογιέφσκι, Τολστόϊ, Τσαϊκόφσκι, Τσέχωφ ή Καντίνσκι και με το έργο τους στην επιστήμη, στην λογοτεχνία και σε όλες τις καλές τέχνες.

Στο τέλος του Μεσαίωνα ο Ρωσικός Βορράς δεν αναστατωνόταν μόνον από τους εισβολείς εξ Ανατολών. Εμφύλιοι πόλεμοι ξεσπούσαν μεταξύ Ρώσων, παρακινημένοι από φατρίες ευγενών. Γύρω στο 1400 κορυφώθηκε και η εξάπλωση του Γερμανικού κόσμου πρός Ανατολάς (Drang nach Osten), με τους Τεύτονες Ιππότες και το Χανσεατικό κλάδο της Βαλτικής. Ανάμεσα σε Ρώσους και Γερμανούς συμπιέσθηκαν σκληρά οι Λετονοί, ενώ άλλοι μικροί Βαλτικοί λαοί έμελλε να απορροφηθούν και να χαθεί η γλώσσα τους. ¨Οπως οι Λιβονοί και οι αρχαίοι Πρώσοι, από τους οποίους το μόνο που απέμεινε ήταν το όνομα, ως σημαντικό κομμάτι του εκγερμανισμένου Βορρά.

Η εξαίρεση ανάμεσα στους Βαλτικούς λαούς ήταν οι Λιθουανοί που αντιστάθηκαν με επιτυχία, άλλοτε ως ένωση βασιλικών οίκων με την εξίσου ισχυρή γειτονική δύναμη της Πολωνίας και άλλοτε σε σύγκρουση μαζί της. Στον απώτερο Βορρά, αποκόπηκαν και διαχωρίστηκαν γεωγραφικά και ιστορικά οι κοινές πορείες λαών όπως οι Φινλανδοί και Εσθονοί με τις μικρότερες αδελφές Φιννοουγρικές και Ουραλικές εθνότητες, που έμειναν απομονωμένες πιο ανατολικά, στο μεταίχμιο Ευρώπης και Ασίας. Όλοι σχεδόν αυτοί οι μικροί λαοί, σκορπισμένοι κατά μήκος του άνω Βόλγα ή στην τάϊγκα των κωνοφόρων και από τις δυό πλευρές των Ουραλίων ή και πιο βόρεια στην τούνδρα, έχουν ακόμη διπλά ονόματα, εκτός από τους Μορντβίνους: Ένα δικό τους, στη γλώσσα τους, και ένα που τους δόθηκε, Ρωσικό. Μάρι ή Τσερεμίσιοι, Κόμι ή Ζυριάνοι, Κάντι ή Οστιάκοι, Μάνσι ή Βογκούλοι, Νένετς ή Σαμογέτες, μέσα στην αναστάτωση της μακροχρόνιας σύγκρουσης Ρώσων και Τατάρων, διασκορπίστηκαν στις εκτάσεις του απέραντου Βορρά ή κατά μήκος του μεγάλου ποταμού. Ήταν η χαοτική εποχή κατά την οποία, με δομικούς λίθους Μεγάλα Δουκάτα, Ηγεμονίες και ανεξάρτητες πολιτείες, στήθηκαν μέσα στο χιόνι και στο αίμα τα βαθειά θεμέλια μιας ακόμη Ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας. Θεμελιώθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την Ισπανική του Φερδινάνδου και της Ισαβέλλας, και έναν αιώνα μετά τη σύντηξη Νορμανδών, Σκανδιναυών, Αγγλοσαξόνων και Κελτών στο κράμα που έφτιαξε τον κοινό λαό στο Βρετανικό νησί.

 

Σ’ αυτή την χαοτική εποχή κοσμογονίας και σκληρότητας, ο μοναχός αγιογράφος Ρουμπλιόφ ήλθε σε δημιουργική αλληλεπίδραση και αντιλογία με τον δάσκαλό του Θεοφάνη τον Έλληνα και ανέπτυξε μια παραλλαγμένη αισθητική του Ανατολικού Ορθόδοξου Χριστιανισμού. Διακρίνουμε σήμερα στο έργο του μια Βόρεια πνευματικότητα, απομακρυσμένη από τις Μεσανατολικές κοσμοαντιλήψεις που υποτιμούν την ενσάρκωση και την υλοποίηση. Ο γήινος κόσμος του δεν είναι τόπος αμαρτίας. Στις εικόνες του, πνεύμα και ύλη δεν συγκροτούν έναν δυϊστικό, διχασμένο κόσμο, αλλά διαλεκτική αντίθεση, στην οποία αυτά τα δύο είναι αδιαχώριστα περιπλεγμένα. Η αισθητική του δεν είναι αποκλειστικά θέαση και ενατένιση. Κρατά αποστάσεις από την ησυχαστική απόσυρση μακριά από την φύση. Ανήκει σ’ ένα κόσμο με χαρακτηριστικά λιγότερο ή περισσότερο πανθεϊστικά. Μοιάζει να περιπλανάται κάπου ανάμεσα, να γειτονεύει απόμακρα με τον εικαστικό κόσμο του Πίτερ Μπρέγκελ (Pieter Bruegel) ή του Ντύρερ και ο μυστικός της πυρήνας να συζητά με το μυστικισμό του Γιάκομπ Μπαίμε (Jakob Boehme) ή του «Μάγου του Βορρά» Χάμαν (Johann Georg Hamann). Ο τελευταίος έβλεπε τη φύση σαν γλώσσα, με την οποία μας μιλάει ο Θεός.

Άραγε, μπορούμε τώρα να αναρωτιόμαστε, μήπως αυτές οι αμυδρές συγγένειες προείκαζαν ήδη μερικές χαρακτηριστικές συναντήσεις ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς και διαφορετικές «γλώσσες», που θα συμβούν πολύ αργότερα, σ’ ένα νεότερο πνευματικό και αισθητικό πλαίσιο, σ’ αυτά τα βόρεια γεωγραφικά πλάτη; Μερικά παραδείγματα είναι του Σαίρεν Κίρκεγκωρ (Søren Kierkengaard) και του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, του Λέοντος Τολστόϊ με τον Χένρυκ Ίψεν (Henryk Ibsen), του Άουγκουστ Στρίντμπεργκ (Strindberg) με τον Άντον Τσέχωφ, του Βασίλι Καντίνσκι με τους Φράντς Μάρκ (Franz Marc), Άουγκουστ Μάκε (August Macke) και τους άλλους Γερμανούς ζωγράφους του «Γαλάζιου Καβαλλάρη». Τέλος, η κινηματογραφική «συνάντηση» των Κάρλ Ντράγιερ (Karl Drayer), Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (Ingmar Bergmann) και Αντρέϊ Ταρκόφσκι.

Το χάος του όψιμου Μεσαίωνα στη Βόρεια Ευρώπη βιώθηκε ως αγώνας και αγωνία της καθημερινότητας και μόνον κατ’ επέκταση αυτού ως υπερβατική πραγματικότητα. Μερικές φορές, η κατάληξη ήταν η αποθέωση του φυσικού κόσμου και των δυνάμεών του, κλείνοντας κατά κάποιο τρόπο τον κύκλο που έσπασε, όταν εγκαταλείφθηκαν οι αρχαίες παγανιστικές θρησκείες. Όπως στους Κυνηγούς του Μπρέγκελ, το χιόνι, το χωριό, οι άνθρωποι και το μαύρο πουλί της Καταστροφής, πρίν από κάθε αποκαλυπτική νοηματοδότηση ήταν καθημερινός βιωμένος κόσμος, έτσι και οι Άγγελοι ή Άγιοι του Ρουμπλιόφ ήταν πριν ζωγραφιστούν – και πρίν απ’ όλα – οικείες μορφές, πρόσωπα του δρόμου και της γειτονικής πόρτας, θα έλεγε κανείς, αδελφοί, αδελφές και σύντροφοι του καλλιτέχνη στην προσευχή ή στο κρασί του καπηλειού.

Η Αγία Τριάδα είναι το πιο γνωστό και αντιπροσωπευτικό του έργου του, ενός έργου που διαφέρει αρκετά από την αδελφή Βυζαντινή αγιογραφική παράδοση του Νότου. Η εικόνα αφηγείται μια ιστορία από την Παλαιά Διαθήκη και απεικονίζει τους τρεις Αγγέλους που συνάντησε ο Πατριάρχης Αβραάμ κάτω από την δρύ Μαμβρήiv κοντά στη Χεβρώνα. Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, πρόκειται για την συγκαλυμμένη πρώτη αναφορά στην Αγία Τριάδα που γίνεται σε Βιβλικό κείμενο: Οι τρεις Άγγελοι είναι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα.

Ίσως η πιο μεγάλη από τις ιδιομορφίες στο έργου του Ρουμπλιόφ βρίσκεται στο συμβολικό φορτίο της χρωματικής του κλίμακας. Έφερε στον κόσμο για πρώτη φορά χρώματα και σχέσεις μεταξύ χρωμάτων που διαφέρουν αρκετά από τη Βυζαντινή χρωματολογία του Νότου. Σ’ αυτή την παλέτα και στη χρήση που της έκανε δεν υπάρχει απόλυτη κυριαρχία του πνευματικού και υπερβατικού, αλλά διάλογος του πνεύματος και της ύλης. Υπάρχει μια γήινη και ουράνια διαλεκτική του Ρουμπλιόφ: Μια συνέχεια, από το χώμα και το νερό της μάνας – γης προς τον αιθέρα και το νερό του πατέρα – ουρανού.

     

     

Πρόκειται για νεοφανή ζωγραφικό κόσμο, που ανοίγεται πέρα από την εποχή του. Έχει όλες τις κλίμακες του κόκκινου, αυτές που μαζί με το λευκό και το μαύρο δίνουν όλες τις αποχρώσεις του χωμάτινου κόσμου και της λάσπης. Κι αφήνει τις εκλάμψεις του χρυσού, που είναι φως και μη-χρώμα, αλλά χρωστά την υπόστασή του στο κίτρινο. Όμως η υγρότητα της γης, ως πηγή ζωής και κήπος, χρειάζεται τις ποικιλίες του καφέ, καθώς και όλα τα πράσινα του φυτικού κόσμου, μερικές δυνατές αποχρώσεις των οποίων σπάνια συναντά κανείς στην αγιογραφία του Νότου. Το νερό του ουρανού δεν χρειάζεται τόσο τα χρώματα, αλλά κυρίως σκότος και φως, το μαύρο και τις ακτίνες του χρυσού. Όμως με το χρυσό επιστρέφει και βυθίζεται πάλι πίσω στο γήινο κίτρινο, ενώ ταυτόχρονα μένει μονίμως διασκορπισμένο, εξαϋλωμένο, μέσα στο κυανό, στην αντίθεση του κίτρινου. Η εκκίνηση είναι το κόκκινο – καφέ και πράσινο της γης, πρώτος προορισμός το κίτρινο – χρυσό και κυανό τ’ ουρανού, και η επιστροφή πάλι πίσω και κάτω, σε μιαν αναγεννημένη και εξαγιασμένη γη.

    rublev-nativity

Τις χρωματικές αλληλουχίες και κυρίως τις κλίμακες φωτός σκότους που έστησε για πρώτη φορά στον κόσμο της ζωγραφικής ο Ρουμπλιόφ, την συναντήσαμε πάλι μετά από εξακόσια χρόνια, στους ζώντες πίνακες που παρήγαγε η συγγενής πνευματικότητα του Ταρκόφσκι.v

Ο Μπέργκμαν είχε δίκιο: Κανείς άλλος σκηνοθέτης εκτός από τον Ταρκόφσκι δεν θα μπορούσε να γυρίσει τόσο τέλειον «Ρουμπλιόφ». Και δύσκολα θα ταίριαζε τόσο πολύ στον Ταρκόφσκι άλλη πραγματική ιστορική προσωπικότητα, εκτός από τον Ρουμπλιόφ, για να κάνει μέσω αυτής, μια μεγάλη ταινία για την απόμακρη εποχή που εκείνη έζησε. Έτσι συνήθως, με εκλεκτικές συγγένειες, γεννιούνται τα μεγάλα αριστουργήματα τέχνης.

Όμως την αφαιρετική τοπιογραφία του αγιογράφου, το φόντο του για Αγίους και Αγγέλους, που σε μερικές περιπτώσεις την απέδωσε μόνον με χρώματα και ασαφείς οριζόντιες γραμμές, την είχαμε ήδη συναντήσει στα μέσα του 20ού αιώνα, μεταξύ άλλων στα αφηρημένα εξπρεσιονιστικά τοπία του Μάρκ Ρόθκο (Mark Rothko).

       Rothko

vignetteΣημειώσεις:

i Γιάννης Κουνέλλης, Λιμναία Οδύσσεια – Κείμενα και Συνεντεύξεις 1966-1989,  Άγρα – Γκαλερί Bernier, Αθήνα 1991, σελ. 121

ii Giorgio Vasari, Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, μτφ.  Στέλιου Λυδάκη, Κανάκης, Αθήνα 1995, σελ. 65 – 157

iii Rose-Marie & Rainer Hagen, 15th Century Paintings, Taschen, Koln 2001, σελ. 28 (για τον van Eyck) κτλ.

iv Γένεσις, 17 – 18

v Antoine de Baecque, Αντρέϊ Ταρκόφσκι,Γκοβόστης, 1992, σελ. 41 – 47.

Για τονTransfiguration_Rublev_Kremlin Αντρέϊ Ρουμπλιόφ γενικά:

Valerij Sergejew, Das Heilige Handwerk, Herder 1991

Julia A. Lebedewa, Andrej Rubljow und seine Zeitgenossen, VEB Verlag der Kunst

Rudolf Mainka,  Dreifaltigkeitsikone, Buch – Kunstverlag Ettal, 1986.

Για τον Αντρέϊ Ρουμπλιόφ στο έργο του Ταρκόφσκι:

Αντρέϊ Ταρκόφσκι, Σμιλεύοντας το χρόνο, Νεφέλη 1987.

Αντρέϊ Ταρκόφσκι, Μαρτυρολόγιο, Ίνδικτος 2006.

Γιάννης Βασιλειάδης, Αντρέϊ Ταρκόφσκι, Αιγόκερως, 2003, σελ. 49

     

    

Για τον δάσκαλο του Ρουμπλιόφ Θεοφάνη τον Έλληνα, που μετέφερε στη Ρωσία την τεχνοτροπία της Μακεδονικής Αγιογραφικής Σχολής, όπως εξελίχθηκε την εποχή της Παλαιολόγειας Αναγέννησης, ένα ενδιαφέρον κείμενο γραμμένο από την Ρωσική σκοπιά:  Theophanes the Greek

Advertisements
This entry was posted in "Μείζων δε τούτων η αγάπη", Αναγέννηση, Βυζάντιο, Ζωγραφική and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s