Η πολιτικοποιημένη φαντασία του J. R. R. Tolkien

του Μιχάλη Νικολακάκη

tolkien2[1]Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην  © Πυξίδα  –  Μηνιαία Εφημερίδα για την Πόλη, τους Πολίτες, τον Πολιτισμό (Μάρτιος 2013):  Η πολιτικοποιημένη φαντασία του J. R. R. Tolkien
 
O John Ronald Reuel Tolkien γεννήθηκε το 1892 και πέθανε το 1973. To «Χόμπιτ», που εκδόθηκε το 1936, γράφτηκε αρχικά ως παραμύθι για την ψυχαγωγία των παιδιών του.
 
 

Το Opus magnum του συγγραφέα, ο «Άρχοντας των δακτυλιδιών», εκδόθηκε μεταξύ του 1954 και 1955, ύστερα από μια δεκαετή προσπάθεια συγγραφής που συνεχίσθηκε έως και το 1948. Η ολοκλήρωσή του χρωστάει πολλά στη στήριξη και τη βοήθεια μιας παρέας, ενός κλειστού φιλολογικού κύκλου του συγγραφέα, μεταξύ των οποίων και ο συγγραφέας του «Χρονικού της Νάρνια», Κλάιβ Στέιπλς Λιούις (C. S Lewis).

lord_of_the_rings-2560x1600[1]Ο Τόλκιν ήταν παιδί μίας Βρετανικής και γενικότερα Ευρωπαϊκής γενιάς που γαλουχήθηκε και μεγάλωσε μέσα στον πόλεμο. Ο ίδιος πολέμησε και τραυματίστηκε στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και βίωσε ως μεσήλικας την εμπειρία του Β’ Πολέμου. Οι ιστορίες του, ανεξάρτητα από προθέσεις και συνειδητές μεταφορές, συντίθενται εκ των πραγμάτων από ιδέες tumblr_leu1b5A7YE1qb1lhco1_500[1]σφυρηλατημένες μέσα στα χαρακώματα και γραμμένες υπό τον ήχο των Γερμανικών βομβαρδισμών. Έτσι, το έργο του εξ αρχής αποτελούσε μια μορφή φυγής από αυτό το κοινωνικό πλαίσιο και ουδέποτε κάτι λιγότερο από μια συνολική κριτική προς το νεωτερικό πολιτισμό. Εξυπηρετούσε, ως εκ τούτου, μέσα στην εσωτερική του λογική, συντηρητικές πολιτικές αλληγορίες εξιδανικεύοντας μια καλειδοσκοπικά μεταμορφωμένη εκδοχή της Ευρωπαϊκής μεσαιωνικής κοινωνίας. Συνέχεια

Advertisements
Posted in Ευρώπη, Καταστροφή, Νεοτερικότητα, Ρομαντισμός, Φύση/πολιτισμός, Φιλοσοφία | Tagged | Σχολιάστε

Η Ανάσταση του Παύλου

του Νίκου Ξυδάκη

από την εφημερίδα «Καθημερινή« (29 Σεπτεμβρίου 2013) – ιστοσελίδα βλέμμα
 

Ένα παλικάρι πεσμένο στον δρόμο, σαν να κοιμάται στην αγκαλιά της κοπέλας του, ταξιδεύοντας με πλοίο για τα νησιά. Μόνο το κλαμένο πρόσωπο της κοπέλας, λίγο αίμα στο γόνατο και το αίμα στο πεζοδρόμιο προδιαθέτουν για κάτι κακό, ίσως αναπότρεπτα κακό. Το παλικάρι είναι ο Παύλος Φύσσας, ο Killah P, λίγο πριν ξεψυχήσει χτυπημένος δόλια από μαχαίρι ναζιστή, η θρηνούσα κοπέλα είναι η Χρύσα, η κοπέλα του. Είναι η πρώτη ώρα της 18ης Σεπτεμβρίου 2013.

PavlosΗ δημοσίευση της φωτογραφίας προκάλεσε κύματα διαμαρτυρίας, θεωρήθηκε σπίλωση της μνήμης του νεκρού. Οχι. Η εικόνα της θυσίας δεν αμαυρώνει την τιμή και τη μνήμη του Παύλου. Το μέσον δεν είναι το μήνυμα. Το ρυπαρό δοχείο δεν είναι το λάμπον σπαρακτικό περιεχόμενο. Συγχέουμε το εικονιζόμενο με την κορνίζα του.

Ο πεσμένος κοιμώμενος Παύλος στην αγκαλιά της Χρύσας, η εικόνα τους, είναι μια σύγχρονη εκδοχή του Χριστού του Πάθους, της Πιετά, της Σταύρωσης, της θυσίας του αμνού και της θυσίας του ήρωα, μια εικόνα που διατρέχει την ιστορία του πολιτισμού, από την Ιλιάδα έως το Ευαγγέλιο, μια εικόνα γονιμοποιός και παρηγορητική, μια εικόνα που νικά τον θάνατο και την κακία.

Tousis_smΤο πρώτο που μου ήρθε στο νου μόλις είδα τον πεσμένο Παύλο στην αγκαλιά της Χρύσας, ήταν η φωτογραφία της 9ης Μαΐου 1936: ένα άλλο παλικάρι, ο Τάσος Τούσης, κείτεται άψυχος σε μια πόρτα με τα χέρια ανοιχτά, σταυρικά, στη διασταύρωση Βενιζέλου και Εγνατίας, στη Θεσσαλονίκη, και από πάνω η μάνα του τον θρηνεί με ξέμπλεκα μαλλιά. Από αυτή την εικόνα της θυσίας και του ιερότερου των θρήνων, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος έγραψε τον Επιτάφιο, στα χνάρια των Εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής, των δημοτικών τραγουδιών και της αρχαίας τραγωδίας: «Ησουν καλός κι ήσουν γλυκός / κι είχες τις χάρες όλες». Είναι μια εικόνα που σφραγίζει τον ελληνικό εικοστό αιώνα, ψυχικά, πνευματικά, πολιτισμικά. Μια εικόνα που μας θυμίζει διαρκώς ποια θηρία είμαστε και ταυτοχρόνως τι άγγελοι θα μπορούσαμε να γίνουμε. Ετσι και η εικόνα του Παύλου.

ManteniaΔεύτερη μου ήρθε στο νου η φωτογραφία του νεκρού Τσε στη Βολιβία, αυτή που εντέλει τον έκανε αθάνατο και αιώνια νέο. Το σώμα του κείτεται άψυχο, ύπτιο, στην μπετένια γούρνα, τα μάτια του είναι ανοιχτά, ένας στρατιώτης αγγίζει τα μακριά του μαλλιά, ένας άλλος αγγίζει τον θώρακά του. Σαν τον Χριστό του Μαντένια, όπως παρατήρησε προσφυώς ο Τζον Μπέργκερ, το 1975, και συμπλήρωσε ο καθηγητής Νίκος Χατζηνικολάου στην έξοχη σχετική έκθεση του 2003, στο Ρέθυμνο.

CheΟ Τσε Γκεβάρα είναι στα τριάντα του, με μακριά μαλλιά και γένια, υπερασπιστής κατατρεγμένων, όταν εικονίζεται νεκρός, δολοφονημένος και θυσιασμένος, σαν τον Χριστό που εικονίζει ο Μαντένια μετά την Αποκαθήλωση και κάθε ζωγράφος που εικόνισε το Πάθος, τη Σταύρωση και την Αποκαθήλωση ανά τους αιώνες. Στα τριάντα του είναι και το γενειοφόρο παλικάρι, ο ποιητάρης κατά της αδικίας, ο τραγουδιστής του «Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ», ο Παύλος που κοιμάται στον μόλις ματωμένο δρόμο της Αμφιάλης. Συνέχεια

Posted in "Μείζων δε τούτων η αγάπη", Αναγέννηση, Ζωγραφική | Tagged , , , | Σχολιάστε

Τσιγαρόκουτα – γράμματα στον Θεό. Η πεζή ποίηση της ιστορίας των ανθρώπων σε τέσσερις συλλογές διηγημάτων

Μάρκος Μέσκος, Πεζογραφήματα, εκδόσεις Γαβριηλίδη

της Μαρίας Τοπάλη

δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή«, 28 Απριλίου 2013

Meskos_nΣε άλλες κουλτούρες (πρόχειρα αναφέρω εδώ την Ιρλανδία και τη Σερβία) η σχεδόν ακραία ανάδειξη της τοπικότητας, του πολιτισμικού και γεωγραφικού μικροκλίματος συμπληρώνει δημιουργικά, πραϋντικά το άλλο μισό στο ημισφαίριο της παγκοσμιοποίησης. Ο μικρόκοσμος αποδεικνύεται τότε εξαιρετικά σύνθετος και πολυσήμαντος, θέτοντάς μας μάλιστα συχνά ενώπιον καθηκόντων σύνθεσης πολύ δυσκολότερων από ό,τι οι (ρέπουσες στην απλουστευτική βία) μεγάλες κλίμακες (και τα μεγάλα λόγια). Με την έως τώρα «πολιτική βιβλίου», αδαμάντινα «πεζογραφήματα» με έντονο τοπικό χρώμα και γλωσσικό ιδίωμα, όπως τα συγκεντρωμένα στον υπό συζήτηση τόμο του Μακεδόνα Μάρκου Μέσκου (1935), τέθηκαν στο σεβαστό μεν, περιθώριο δε, του εκδοτικού χώρου και της δημόσιας συζήτησης. Και όμως: τέτοια κείμενα όπως τα διηγήματα του Χάκα, τα δοκιμιακά ποιήματα του Κούσουλα, τα αθηναιογραφήματα και τα δοκίμια του Βακαλόπουλου, εσχάτως δε τα διηγήματα του Γιάννη Παλαβού, βρίσκονται από πολλές απόψεις πολύ εγγύτερα σε αυτό που «πραγματικά» είμαστε.

Ο (εξαγώγιμος) ελληνικός κανόνας θα ήταν, πιστεύουμε, η βυθομέτρηση στο σημείο. Ποίηση χαμηλών τόνων, διήγημα, δοκίμιο, μικρού μήκους, ντοκιμαντέρ, κόμικς. Εκεί ο Μέσκος θα ηγεμόνευε. Βαρύς, ποιητικός, ιστορικός, αυτοβιογραφικός, βόρειος, μαγικός εκ φύσεως, δίχως μεταφυσική – όπως μαγική είναι εκ της φύσεώς της η ποίηση. Τέσσερις συλλογές («Παιχνίδια στον παράδεισο», 1978, «Κομμένη γλώσσα», 1997, «Μουχαρέμ», 1999 και «Νερό Καρκάγια», 2005) συγκεντρώνονται στον καλαίσθητο τόμο. Αν δεν ήξερε κανείς ότι ο Μέσκος είναι ποιητής, θα το συνήγε οπωσδήποτε διαβάζοντας τα πεζά του. Και δεν εννοώ μόνον τις αριστουργηματικές μινιατούρες, όπως είναι το μητρώο των δεκαπέντε παιδικών παιχνιδιών των δεκαετιών του ’30 και του ’40 («Παιχνίδια στον παράδεισο»). Συνέχεια

Posted in Ο τόπος | Tagged | Σχολιάστε

Του Σικελιανού η αμείλιχτη ευθύνη

του Νίκου Ξυδάκη

αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο © «βλέμμα»

sikelianos_697Για μέρες πηγαινοερχόμουνα μ’ ένα βιβλίο στην τσάντα. Διάβαζα, τσάκιζα, υπογράμμιζα: τη φωνή του ποιητή να μιλάει για τη ζωή στον αιώνα του και για τα σημερινά.

Το βιβλίο: Κώστα Μπουρναζάκη «Α. Σικελιανός. Συνεντεύξεις και συνομιλίες», εκδ. Βικελαίας Βιβλιοθήκης.

Σε συνέντευξη για το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, 5 Μαϊου 1945, ο Δημήτρης Φωτιάδης ρωτάει τον ιεροφάντη ποιητή: Ποια ήτανε τα συναισθήματά σας όταν αντικρύσατε τον πρώτο Γερμανό στρατιώτη; Λέει ο Σικελιανός:

«Ασφαλώς ούτε για Σας ούτε για με, τα φοβερά αυτά χρόνια που περάσαμε είναι μια ευκαιρία συγκέντρωσης εντυπώσεων κι ανεκδότων. Ηρθαν κ’ έφυγαν για να βαθύνουνε μέσα μας μια προϋπάρχουσα πνευματική εμπειρία και να μας τονώσουνε όσο είναι δυνατό περισσότερο το αίσθημα μιας αμείλιχτης ευθύνης.

»Τον πνευματικό άνθρωπο ποτέ δεν τον προκαταλαβαίνουνε τα γεγονότα. Τα βλέπει καθαρά να ‘ρχονται, με ‘βραδυσεισμική’ ή μ’ απότομη ‘σεισμική’ εκδήλωση, μεσ’ από τη γενική πνευματική μαζί και ιστορική πορεία της ανθρωπότητας. Γι’ αυτό και σπεύδω να Σας πω: Ο Μουσολίνι κι ο Χίτλερ δεν ήτανε για μένα ξαφνικά και απλά ‘συμπτωματικά’ φαινόμενα ή επιφαινόμενα της εποχής μας. Τους είχε προετοιμάσει το γενικότερο πνεύμα του αιώνα μας στη Δύση. […]
»Να τι ένιωσα και νιώθω ολοένα απ’ τη στγμή που αντίκρισα τον πρώτο Γερμανό στρατιώτη στην Ελλάδα: Αγανάκτηση, αηδία κ’ ευθύνη, απροσμέτρητη πνευματική και ηθική ευθύνη για το μέλλον».

Παρακάτω. Τα Χριστούγεννα του 1952 ο Ηλίας Βενέζης γράφει στη Νέα Εστία μια ανάμνηση από τον Αγγελο Σικελιανό: πώς ένα χειμωνιάτικο βράδυ του 1949, σ΄ένα δείπνο φίλων, ηχογράφησαν τη φωνή του. Η ηχογράφηση ενσωματώθηκε σε δίωρο ντοκιμαντέρ των Τάσου Ψαρρά – Κ. Μπουρναζάκη για τον Σικελιανό, στην ΕΤ1, και τώρα απόκειται στο ψηφιακό αρχείο της πρώην ΕΡΤ, κάπου. Γράφει ο Βενέζης:

«Δόξα σοι ο Θεός, εκείνη η ταινία με τη φωνή του σώθηκε. Σε σπάνιες ώρες, σε ώρες ανάγκης της ψυχής, παίρνω την κόρη μου κοντά μου, το παιδί γυρίζει το κουμπί στο μηχάνημα, ο Σικελιανός αρχίζει να μιλάη για τις ρίζες τις πρώτες και αν λέη στίχους. Ολα τότε γίνονται δύναμη και διάρκεια. Δύναμη και διάρκεια ελληνική. […] Λέει η φωνή:

– Ημουνα είκοσι χρονώ παιδί. Τότε έφυγα εγώ στην Αίγυπτο, πήγα στην έρημο, και σε μια τέντα μέσα έγραψα τον Αλαφροΐσκιωτο σε μια βδομάδα. Πρίν φύγω στην έρημο είπα στην Εύα [Πάλμερ – σ.σ.]. Ημουν πολύ αγνός, πολύ τίμιος ώστε να ψευσθώ απέναντι ενός πράγματος που θα διαρκέσει όσο κι η ζωή μου. Της λέω: ‘Να παντρευτούμε; Ακουσε, της λέω. Εγώ τώρα γνωρίζω τη ζωή, τώρα μόλις την αναπνέω. Καταλαβαίνω τον εαυτό μου ότι θα κάνω πολλά πράματα που ίσως να μη σ’ αρέσουν. Νομίζω καλύτερα να μην παντρευτούμε’. Και την άφησα εκείνο το χάραμα κι έφυγα για την Αίγυπτο. Επήγα, έγραψα τον Αλαφροΐσκιωτο, κι όταν γύρισα ρωτώ και για την Εύα και για την αδερφή μου. […] Η Εύα είχε πάει στη Λευκάδα σαν έφυγα στην Αίγυπτο, είχε πέσει στα γόνατα του πατέρα μου και της μητέρας μου και τους είπε: ‘Εγώ θα μείνω εδώ σα θυγατέρα σας, ωσότου θελήση καμιά φορά, μα σε δέκα, μα σε είκοσι χρόνια, να γυρίση. Δεχθήτε με να μείνω’.

Λοιπόν επήγα, έφταξα στις οχτώ η ώρα το πρωί. Η Εύα είχε γίνει πετσί και κόκκαλο. Εως τις εννιά είχε παχύνει, είχε αποχτήσει χρώμα, μια ζωντάνια απέραντη. Και κατά τις δέκα πήγαμε στον ελαιώνα της Λευκάδας…»

eva_palmer

eva-ii 15405747

Ο Σικελιανός στάθηκε λίγο.
– Αυτή ήτανε η ζωή, είπε. Συνέχεια

Posted in "Μείζων δε τούτων η αγάπη" | Tagged | Σχολιάστε